Η φορολογία αποτελεί συχνά έναν παράγοντα που ωθεί επιχειρηματίες της Ελλάδας στην ίδρυση εταιρειών σε κράτη με ευνοϊκότερα φορολογικά καθεστώτα (Κύπρο, Βουλγαρία, Λουξεμβούργο κ.α.). Άλλωστε είναι δικαίωμα του κάθε επιχειρηματία να να αναπτύσσει και να οργανώνει ελεύθερα τις οικονομικές δραστηριότητες της επιχείρησής του (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος), ιδίως εντός του χώρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρα 63 και 157 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Ωστόσο, όπως όλες οι ατομικές ελευθερίες, και το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να περιορίζεται από το κράτος στις περιπτώσεις όπου συγκρούεται με γενικό και υπέρτερο συμφέρον. Όταν δε το δικαίωμα ασκείται αποκλειστικά και μόνο με σκοπό την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος, και όχι για επιχειρηματικούς λόγους, η άσκησή του θεωρείται καταχρηστική, ως αντιβαίνουσα το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον (είσπραξη φόρων – διασφάλιση των κρατικών εσόδων).
Η ελληνική και η διεθνής φορολογική νομοθεσία περιέχουν διάφορες διατάξεις οι οποίες αποβλέπουν στην καταπολέμηση της φοροαποφυγής και την σύλληψη της διαφεύγουσας φορολογητέας ύλης. Όπως παρατηρείται μάλιστα στις αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), τα τελευταία έτη έχουν ενταθεί οι φορολογικοί έλεγχοι γύρω από τις εταιρείες που ιδρύουν οι κάτοικοι Ελλάδας σε χώρες του εξωτερικού, με τις ελληνικές φορολογικές αρχές να ζητούν και να λαμβάνουν πληροφορίες από τις φορολογικές αρχές του εξωτερικού αναφορικά με τις εν λόγω εταιρείες και να επιβάλλουν τους αναλογούντες φόρους σε όσες περιπτώσεις διαπιστώνεται ότι η ίδρυση των αλλοδαπών εταιρειών έγινε με σκοπό την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος (βλ. ενδεικτικά Απόφαση ΔΕΔ 155/2024).
Συνεπώς, όταν κάποιος επιθυμεί να ιδρύσει και να λειτουργήσει μία εταιρεία στο εξωτερικό, θα πρέπει να ενημερώνεται για το σχετικό φορολογικό νομοθετικό πλαίσιο, και ιδίως για τις παρακάτω βασικές διατάξεις και νομοθετήματα.
Κανόνες του τόπου άσκησης της πραγματικής διοίκησης (“effective management rules”, παρ. 4 του άρθρου 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος)
Κατά τα οριζόμενα στους κανόνες του τόπου άσκησης της πραγματικής διοίκησης, όταν η διοίκηση μίας αλλοδαπής εταιρείας ασκείται κατ’ ουσίαν στην Ελλάδα, η αλλοδαπή εταιρεία μπορεί να φορολογείται στην Ελλάδα σαν να ήταν ελληνική. Ενδείξεις που υποδεικνύουν ότι η διοίκηση μίας αλλοδαπής εταιρείας ασκείται στην Ελλάδα είναι η ελληνική κατοικία των προσώπων τα οποία την διοικούν, η συνεδρίαση και η λήψη αποφάσεων των οργάνων της εταιρείας στην Ελλάδα και άλλες.
Κανόνες αλλοδαπών ελεγχόμενων εταιρειών (“Controlled Foreign Corporation rules”, άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος)
Οι εν λόγω κανόνες αφορούν εταιρείες οι οποίες αποκτούν παθητικά εισοδήματα (τόκους, μερίσματα, υπεραξίες κ.α.) σε ποσοστό άνω του 30% των συνολικών εσόδων τους, ελέγχονται κατά πλειοψηφία από έναν δικαιούχο και τα συνδεδεμένα με αυτόν πρόσωπα, ο φόρος που καταβάλλουν είναι μικρότερος από τον μισό που θα κατέβαλαν αν ήταν εγκατεστημένες στην Ελλάδα και δεν έχουν ουσιαστική παρουσία στην χώρα εγκατάστασής τους. Όταν οι εταιρείες αυτές δεν προβαίνουν σε διανομή των ετήσιων κερδών τους ως μερισμάτων στους μετόχους, τα εν λόγω αδιανέμητα κέρδη μπορούν να φορολογούνται στο επίπεδο του μετόχου, κατοίκου Ελλάδας, ως εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
Γενικός κανόνας απαγόρευσης καταχρήσεων (“general anti-tax abuse rule”, άρθρο 39 του Κώδικα Φορολογίας Διαδικασίας)
Σύμφωνα με τον εν λόγω κανόνα, η ελληνική φορολογική αρχή μπορεί να αγνοεί ως “μη γνήσια” οποιαδήποτε διευθέτηση του φορολογούμενου γίνεται για φορολογικούς σκοπούς και όχι για επιχειρηματικούς. Στο πλαίσιο αυτό, η φορολογική αρχή δεν λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα που παράγει η εν λόγω διευθέτηση και προσδιορίζει τους φόρους που θα επιβάλλονταν αν αυτή δεν υπήρχε.
Ευρωπαϊκή Οδηγία για διοικητική συνεργασία και αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών για δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις (“Directive on Administrative Cooperation – DAC6”, Ευρωπαϊκή Οδηγία 2018/822)
Βάσει των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2018/822 για τη συνεργασία των κρατών μελών της Ε.Ε. στον φορολογικό τομέα, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία με τον Ν.4714/2020, οι ενδιάμεσοι (φοροτεχνικοί, λογιστές, δικηγόροι, οικονομικοί σύμβουλοι κ.α.) οι οποίοι συμμετέχουν στον σχεδιασμό και την υλοποίηση διασυνοριακής ρύθμισης με σκοπό την επίτευξη φορολογικού πλεονεκτήματος, συμπεριλαμβανομένης της ίδρυσης αλλοδαπών εταιρειών, υποχρεούνται να αναφέρουν στην αρμόδια φορολογική αρχή όλες τις πληροφορίες της ρύθμισης (ποια πρόσωπα αφορά, τι φορολογικό πλεονέκτημα αποκτούν κ.α.). Οι πληροφορίες διαβιβάζονται αυτόματα μεταξύ των φορολογικών αρχών των κρατών μελών που αφορά η διευθέτηση.
Πρόταση για Ευρωπαϊκή Οδηγία σχετικά με τις εταιρείες-”κελύφη” (“shell companies” , “Unshell Directive”)
To 2021, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε την ψήφιση Ευρωπαϊκής Οδηγίας για την αποκάλυψη εταιρειών οι οποίες λειτουργούν εντός της Ε.Ε. χωρίς να έχουν ουσιαστική υπόσταση (δραστηριότητες, γραφεία, προσωπικό κλπ.), των λεγόμενων “εταιρειών κελυφών”. Η εν λόγω πρόταση βρίσκεται σε στάδιο επεξεργασίας και δεν είναι βέβαιο αν και πότε μπορεί να υιοθετηθεί. Σε κάθε περίπτωση, είναι ενδεικτική για το πως θα πρέπει να λειτουργεί μία εταιρεία στο εξωτερικό και για την υπόσταση την οποία θα πρέπει να διατηρεί, ώστε να μην θεωρείται “εταιρεία κέλυφος”.
Συμπέρασμα
Η εγκατάσταση και η λειτουργία μία εταιρείας στο εξωτερικό χρειάζεται προσεκτικό σχεδιασμό και εξειδικευμένες συμβουλές ώστε να αναδεικνύεται η επιχειρηματική της σκοπιμότητα και υπόσταση, και να μην αποτελεί απλά ένα μέσο επίτευξης φορολογικού πλεονεκτήματος, ώστε να υπάρχει ασφάλεια και προβλεψιμότητα αναφορικά με τις πιθανές φορολογικές επιβαρύνσεις.
Το δικηγορικό γραφείο μας εξειδικεύεται στα παραπάνω φορολογικά ζητήματα. Παρέχουμε νομικές συμβουλές και συνδρομή αναφορικά με την ίδρυση εταιρειών στην αλλοδαπή και εκπροσωπούμε φορολογούμενους σε σχετικούς φορολογικούς ελέγχους και δικαστικές υποθέσεις. Το παρόν άρθρο παρουσιάζει ενδεικτικά και περιληπτικά ορισμένους βασικούς κανόνες σχετικούς με την θεματολογία του. Το νομικό πλαίσιο για την καταπολέμηση των φορολογικών διευθετήσεων και της φοροαποφυγής αποτελείται συνολικά από περισσότερα νομοθετήματα, κανονιστικές αποφάσεις της φορολογικής διοίκησης και τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
